Το καλοκαίρι βρίσκεται πια στο τέλος του. Οι μέρες περνούν γρήγορα, μην αφήνοντας περιθώρια για σκέψεις, ιδέες και σχεδια για το μέλλον. Τι μας έμεινε φέτος; Ό,τι μας έμενε πάντα φυσικά. Η μαλακία των Ελλήνων πολιτών. Καθημερινή φασαρία, ουρλιαχτά, βρισιές, σκουπίδια και μη χειρότερα.
Όλα τα παραπάνω μένουν άθικτα, παρά το πέρασμα του χρόνου. Μηδέν σεβασμός στους υπόλοιπους συμπολίτες, μόλυνση του περιβάλλοντος και καταστροφή των διακοπών μας. Όποτε βρίσκομαι στην παραλία, ολοένα και ένα σκουπίδι θα βρεθεί στη διάβα μου. Μπύρες, ποτά, παγωτά, προφυλακτικά, σύριγκες κλπ ( να υπάρχει και κάποια ποικιλία ρε παιδί μου).
Να ξυπνάς το απόγευμα, στάζοντας ιδρώτα και τα κουνούπια να τριγυρίζουν γύτω από τα αυτιά σου. Τι καλύτερο ε; Να προσπαθείς να βρεις τη σκοτώστρα και να μη βρίσκεις, καθώς πριν που σκότωσες τη μύγα πάνω στο τραπέζι την πέταξες κάπου, χωρίς να θυμάσαι το που. Βάζεις το μαγιό και πας με την παρέα σου στην παραλία. Καιρός να πουλήσουμε λίγη μούρη τώρα. Φοράμε τα ρούχα τα επώνυμα ( βερμούδες κλπ), βάζουμε τη σαγιονάρα, πέρνουμε το τάβλι, πετσέτες και ένα στρώμα και ώρα για παραλία.
Φτάνουμε, ρίχνουμε μια ματιά γύρω μας, βλέπουμε γκόμενες με τους συνοδούς τους, αγοράκια χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν και το απολαμβάνουμε. Φυσικά, έχουμε το βλέμμα του ανώτερου. Βγάζουμε μία τέντα/αντίσκηνο, το στήνουμε στην άμμο, ενοχλώντας ταυτόχρονα τους γύρω μας. Γιατί; Γιατί έτσι.
Στη συνέχεια βγάζουμε τα ρούχα, τα υψώνουμε ώστε να δουν όλοι τη μάρκα και τέλος τα διπλώνουμε. Μετά έρχεται η ώρα της παραλίας, τρέχουμε τους κάφρους γκαρίζοντας και βουτώντας αμέσως μέσα. Ίσα ίσα να για να μας προσέξουν. Μαλακιζόμαστε, κάνουμε παπαριές στο στρώμα, κοιτάμε κανένα γκομενάκι και μετά βγαίνου έξω. Αφού κάνουμε άνω κάτω την παραλία με τα τσιγάρα, τα αναψυκτικά, τα παγωτά και τις εφημερίδες, γυρνάμε στον τόπο διαμονής. Ετοιμαζόμαστε για την βραδυνή έξοδο. Αφού ντυθούμε ξανά στην τρίχα, βάζουμε τα All Stars μας και ένα μπουκάλι ζελέ για να φτιάξουμε το μαλλάκι μας. Πάμε στο μαγαζί, παραγγέλνουμε κανένα σουβλάκι καλαμάκι και τρώμε συζητώντας τα προσωπικά μας δημόσια (σεξ, γκόμενες, πουτανάκια και οι γνωστές μαλακίες).
Μιας και γίναμε ρεζίλι σε όλο το μαγαζί και δε βρήκαμε καμία ηλίθια να περάσουμε την ώρα μας, γυρνάμε σπίτι. Η γνωστή ζέστη εξακολουθεί να υπάρχει. Η ώρα είναι 12. Δεν έχουμε κάτι να κάνουμε. Η τηλεόραση δεν έχει κάτι να δούμε. Απελπισμένοι, ψάχνουμε τρόπο να περάσουμε την ώρα μας.΄Ξαφνικά, έρχεται στο γεμάτο άχυρα μυαλό μας μία ιδέα. Έχουμε stick, έχουμε laptop. Δε βλέπουμε καμία τσόντα να ξελασκάρουμε; Την παίζουμε για δύο ώρες.
Τότε, αρχίζει να μας παίρνει ο ύπνος στην καρέκλα. Κλείνουμε το laptop, τα φώτα και ου το καθεξής και πάμε να κοιμηθούμε. Μας παίρνει εύκολα ο ύπνος. Το πρωί σηκωνόμαστε από το κρεβάτι βαριεστημένοι και φτιάχνοντας μια φραπεδιά. Η υπόλοιπη μέρα κυλάει όπως χθες. Και δε μου λέτε τώρα; Σε τι διαφέρουν κάποιοι από αυτό το άτομο; Σε ΤΙΠΟΤΑ. Είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι...








